Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

ΘΕΛΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ...( 28 )



Mε προξενήτρα τη ζωή
παντρεύτηκα από παιδί
τη μοναξιά μου,

που όποτε έπιανε βροχή
και μου πλημμύριζε η ψυχή,
γινότανε στεριά μου.

Μα ξαφνικά ήρθες εσύ,
σαν κεραυνός, σαν αστραπή,
μες στο σκοτάδι,

και μοιάζει τώρα η μοναξιά
σαν κάποια φίλη απ΄ τα παλιά,
σαν περασμένο βράδυ...


© Μιχάλης (Ανταίος) Φραγκούλης


Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Το παράθυρο...




Νιώθω σαν να πέρασα όλη μου τη ζωή
πίσω από το τζάμι ενός παραθύρου
που άλλοτε ήταν γεμάτο από σταγόνες βρόχινες,
άλλοτε πάλι νοτισμένο και θολό απ΄την ανάσα μου,
που δειλά ακουμπούσε πάνω του.
Κάποιες φορές - σπάνιες είναι η αλήθεια -
ένας ήλιος αυγουστιάτικος
ξημέρωνε τις χειμωνιάτικες νύχτες μου
και τότε το παράθυρο έμοιαζε ανοιχτό,
χαρούμενο κι αόρατο.
Γρήγορα όμως έβρισκε τρόπο
να μου υπενθυμίζει την παρουσία του,
πότε με μια αράχνη που διάβαινε αδιάφορη
από την μια πλευρά του στην άλλη,
πότε με μια πεταλούδα
που πεταρίζοντας τα φτερά της
με κοιτούσε απ΄ έξω μ΄ απορία
ή ίσως και με οίκτο,
πότε πάλι, μ΄ ένα τρίξιμο απ΄τον αέρα
που έπεφτε πάνω του με αναίδεια.
Μα τις νύχτες - όλες τις νύχτες,
(με το φως της λάμπας),
το παράθυρο γίνονταν καθρέπτης
που με κοιτούσε κατάματα
μέχρι να βουρκώσουμε κι οι δυο·
κι έτσι βουρκωμένοι και γαλήνιοι,
αποχαιρετιόμασταν...


© Μιχάλης (Ανταίος) Φραγκούλης





Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

Φυσάει...





Φυσάει απόψε τόση μοναξιά 
που οι ανέλπιδες ψυχές, 
αναμαλλιασμένες και παγωμένες, 
ζητούν καταφύγιο και θαλπωρή
σε μια ζεστή λέξη, 
σ΄ ένα χάδι απάνεμο,
σ΄ ένα ψήγμα ονείρου...


© Μιχάλης (Ανταίος) Φραγκούλης



Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2018


Πίστεψα στη θάλασσα 
και μ΄ έπνιξε... 



                                                                                           

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Ελλάδα...


Ήμουν η ατσάλινη αιχμή στο ξίφος τ΄Αχιλλέα·
στον Δούρειο Ίππο πρόσμενα, το σύνθημα ν΄ακούσω,
κι εκείνος π΄ άναψε φωτιά, στην πρώτη φρυκτωρία.

Η λόγχη ήμουν στα δόρατα, των Μαραθωνομάχων,
κι έγινα ασπίδα αλύγιστη εκεί στις Θερμοπύλες
για να μπορεί ο Άνθρωπος, περήφανος να στέκει.

Στην Σαλαμίνα το έμβολο, ήμουνα στις τριήρεις
κι έγινα θρύλος ξακουστός και δίδαγμα του κόσμου:
όταν το δίκιο πολεμά, ντροπιάζει βασιλιάδες.

Κι ύστερα έγινα χάρακας, στα χέρια του Ικτίνου
και μάρμαρο που μ΄έφερναν, με κόπο, απ΄την Πεντέλη
να μου σμιλέψουν το κορμί, να φτιάξουν Παρθενώνες.

Μα ύστερα έγινα κώνειο, με νίκησε ο φθόνος
και για αιώνες ήμουνα η χλεύη των βαρβάρων,
ώσπου μια μέρα ξαφνικά, βρέθηκα στο Μανιάκι...


© Μιχάλης (Ανταίος) Φραγκούλης


Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018

Ελεγείο...




Ελεγείο

Φουρτουνιασμένος άνεμος που σκούζει και φωνάζει·
λύπη πολύ λυπητερή για να γενεί τραγούδι·
άνεμος άγριος που άθυμα, πνίγει και συννεφιάζει
από καμπάνες νεκρικές όλη τη μακριά νύχτα·
μπόρα πολύ λυπητερή που τα κλωνάρια σπάζει,
βαθιές και μυστικές σπηλιές, ρέματα και λιθάρια
κλαίνε και δέρνονται όλα τους για τ’ άδικα του κόσμου.

Πέρσι Σέλλεϋ (1792-1822)
Μετάφραση: Φώτος Γιοφύλλης